ετεράριθμος

ἑτεράριθμος, -ον (Α)
1. αυτός που είναι διαφορετικού αριθμού
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑτεράριθμον
η μεταβολή αριθμού, η αλλαγή από τον ενικό αριθμό στον πληθυντικό, ως σχήμα λόγου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο-* + αριθμός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑτεράριθμον — ἑτεράριθμος of different number masc/fem acc sg ἑτεράριθμος of different number neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αριθμός — Η έννοια αυτή σχηματίζεται (με διάφορες γενικεύσεις) από την απλούστερη έννοια του φυσικού α. Ένας γενικός ορισμός της έννοιας είναι δύσκολο να δοθεί, αν όχι αδύνατο. Στην καθημερινή ζωή ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια του φυσικού ή του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.